Oι ζωές των άλλων.Αμετανόητα κρυφές.
Κι εμείς που φανερά μετρήσαμε την απουσία στα δάχτυλα γίναμε περίγελος των δυνατών.
Μα όσοι χτύπησαν το πόδι στο ρυθμό κάτω απ’το τραπέζι
Κι όσοι απομακρύνθηκαν πριν χορτάσουν χειροκρότημα
Αυτοί που έφυγαν από τη θάλασσα πριν δύσει ο ήλιος
Κι εκείνοι που δεν παραδέχτηκαν ποτέ τη δίψα τους όταν στα χείλη τους έφταναν άδειες παλάμες.
Ολοι περάστηκαν για δυνατοί.
Και στον αντίποδα ζωές δικές μας.Οι αμετανόητα φανερές.
εμείς που φανερά μετρήσαμε την απουσία στα δάχτυλα και δεν κουνάμε από τη θάλασσα προτού φανεί η νύχτα.
Θα σας μιλήσω για την κυρία Γεωργία.
Την κυρία Γεωργία την γνώρισα εντελώς τυχαία σε μια απ’τις βόλτες μου στο λόφο του Φιλοπάππου.
Μια χαμογελαστή κυρία κάπου στα 65 περίπου ίσως παραπάνω ίσως και όχι.
Την κυρία Γεωργία την συναντάς πάντα στον λόφο ,όχι επειδή πάει βόλτα το σκύλο της αλλά επειδή εκεί μένει.
Εχει βρει μια παράγκα ξύλινη και ζει εκεί κάμποσους μήνες τώρα.
Δεν της φτάνουν τα 250 ευρώ το μήνα της πρόνοιας για να νοικιάσει ένα σπίτι και για τα έξοδα που αυτό συνεπάγεται.
Οι εστίες αστέγων δεν σε κρατούν πάνω από τέσσερις μήνες.
Ετσι βρήκε αυτήν την ξύλινη παράγκα πάνω στο λόφο που μπάζει από παντού και την έχει καλύψει όπως μπορεί με ναϋλον.
Το καλοκαίρι την λιώνει η ζέστη και ο καύσωνας και τον χειμώνα προσπαθεί όπως μπορεί να επιβιώσει.
Με τα λίγα χρήματα της πρόνοιας θα αγοράσει κάνα ζυμαρικό και θα φτιάξει στο γκαζάκι της φαγητό για να φάει αυτή και ο Σωτήρης που της κρατά συντροφιά.
Ο Σωτήρης είναι άστεγος και απ’ότι μου είπε πάσχει από σχιζοφρένεια.Η κυρία Γεωργία όμως συμπόνεσε τον Σωτήρη και έτσι προσπαθούν μαζί να επιβιώσουν.
“Κάποτε είχα 2 σκυλιά και μου τα πήρανε” μου είπε η κυρία Γεωργία.
“Είχα βρει και ένα φίδι αλλά του άφηνα κάθε μέρα σε ένα μπωλ ζεστό γάλα και δεν με πείραζε.Το έπινε και έμπαινε στη τρύπα του.”
Αυτό μου’φερε στο μυαλό ιστορίες αγίων που τα ζώα δεν τους πείραζαν γιατί καταλάβαιναν την αγιότητά τους και ότι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο.
“Ολα τα ζώα είναι καλά και τ’αγαπάω” μου’πε η κυρία Γεωργία .”Να τώρα έχω τρεις γατούλες ….νάτες …. μου τις έφερε ο γιός μου”.
Εκεί παγώνεις.
Την ξαναρώτησα “Σας τις έφερε ο γιός σας είπατε” ?
“Ναι ο γιός μου …”
Η κυρία Γεωργία έχει 5 παιδιά τα οποία την έχουν παρατήσει προφανώς στην δυστυχία της.
Τα δύο απ’αυτά είναι παντρεμένα.
Δεν ήθελα να ρωτήσω πιο πολλά μην την φέρω σε δύσκολη θέση.
Συγκλονίστηκα όμως ,πως είναι δυνατόν παιδιά να αφήνουν την ίδια τους την μάνα να ζει σε μια παράγκα χωρίς ρεύμα και νερό.
Η κυρία Γεωργία μπορεί να σε ξεγελάσει όταν την δεις με βαμμένα νύχια και κάνα φο μπιζού.Πριν καιρό είχε αγοράσει μια βαφή και έβαψε μόνη της τα μαλλιά της.
Ετσι όμως νομίζει πως ζει κανονικά σαν όλους τους άλλους.
Νιώθει πως δεν διαφέρει ,πως ανήκει κι αυτή στο κοινωνικό σύνολο ,πως υπάρχει.
Μην ξεγελαστείς απ’αυτό.Η κυρία Γεωργία έχει ανάγκη όχι τόσο το πιάτο το φαϊ που ίσως θελήσεις να πάρεις αλλά την κουβέντα.
Οι ευχές της είναι η ευχή της μάνας που τα πέντε παιδιά της τήν πέταξαν και όπου δει αγάπη εύχεται ολόψυχα.
Αν είναι ο δρόμος σου από κει αλλά ακόμα κι αν δεν είναι,αξίζει να πας μια βόλτα.
Εκεί θα τους βρεις … δεν έχουν που αλλού να πάνε
Την ξεχάσαμε φίλε …
Την τσαλαπάτησαν χαρτιά γεμάτα αριθμούς.
Της έκλεψαν το χρόνο τηλεοπτικές καρέκλες καναπέδες τραπέζια.
Δεν την σκεφτόμαστε καν …
Πολιτικοί και σκάνδαλα ,χρήμα και οικονομία ,κρίση και νομίσματα.
Και την ξεχνάμε …
Δεν μας νοιάζει αν υπάρχει.
Νομίζουμε πως τα δάκρυα είναι απλά αντίδραση του οργανισμού κι όχι δική της αντίδραση.
Νομίζουμε πως το γέλιο είναι μόνο ένα αποτέλεσμα ερεθίσματος που απλά έφτασε σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου κι όχι δικό της σκίρτημα.
Την ξεχάσαμε φίλε… για αυτό και δυσκόλεψε η ζωή μας.
Κέλυφος σπασμένο …
Ερχεται βροχή …
Το καταλάθος βήμα που σε τσάκισε.
Δεν το’θελε.
Aλλά έμεινες ξαφνικά με κέλυφος σπασμένο …
Βιάζεσαι να σωθείς από τον εχθρό που ποτέ δεν φοβήθηκες.
Ανασαίνεις τις πρώτες σταγόνες να πέφτουν σαν άδικα θυσιασμένα αστέρια σε ανθρώπων ανόητες ευχές.
Σαν να μην γεύτηκες ποτέ το φόβο …μέχρι σήμερα.
Πρωτόγνωρος ήχος .Λίγο ακόμα και θα μπορούσε να σε λιώσει.
Λίγη δύναμη παραπάνω να είχε αυτή η φυγή δεν θα’σουν εδώ για να φοβάσαι.
Φοβάσαι αλλά τουλάχιστον ζεις.
Αλλά έμεινες ξαφνικά με κέλυφος σπασμένο.
Και άκους ποδοβολητά από όσους τρέχουν να ξεφύγουν.
Μπροστά αυτοί και πίσω τους να τρέχει αυτός.
Ερχονται κι άλλοι ,και ειναι πολλοί πάρα πολλοί και δεν έχεις άλλο χώρο προστασίας.
Σπασμένο κέλυφος κι εσύ να σέρνεσαι αργά και φοβισμένα χωρίς δυνάμεις να κρυφτείς κάτω από τα Φθινοπωρινά φύλλα.
Φύλλα που κρατήθηκαν όσο μπορούσαν πάνω στα κλαδιά.Που αν ήταν στο χέρι τους δεν θα’πεφταν ποτέ.
Να τρέξεις να κρυφτείς κάτω απ’τα πεσμένα φύλλα να σωθείς …
ή να μείνεις εκτεθειμένος χωρίς κέλυφος πια ;
Και άκους ποδοβολητά από όσους τρέχουν να ξεφύγουν.
Μπροστά αυτοί και πίσω τους να τρέχει αυτός.
Ο Ερωτας.
Eπίλογος …
Μια χούφτα το καλοκαίρι και κάτι ακόμα
Μια χούφτα αλάτι και μια χούφτα άμμος
μια φέτα καρπούζι στο χέρι
και μια χούφτα μυρμήγκια να βοηθούν το ένα το άλλο να κουβαλήσουν το κουκούτσι ως την φωλιά τους
Μια χούφτα ιδρώτας και μια χούφτα αντιηλιακό και κάτι ακόμα …
Μια χούφτα θαλασσινό νερό και μια χούφτα θαλασσινά φιλιά
Αυτό είναι το καλοκαίρι
το εξαντλητικό τραγούδι των τζιτζικιών και κάτι ακόμα
Εσυ να βουτάς στο νερό και τίποτ’άλλο
Με σώμα ακέραιο,άθικτο από έρωτα.
Λες και δεν κοίταξε ποτέ στα μάτια άλλον άνθρωπο.
Δεν πεθύμησε ποτέ άλλα χείλη ούτε άλλη ανάσα.
Σαν να μην ερωτεύτηκε ποτέ,βαφτίζοντας τον έρωτα απουσία.
Σαν να κατεβαίνει στα σκαλιά κάποιος που φεύγει για πάντα
λες και δεν υπάρχουν πλέον τρόποι να ξανα επικοινωνήσεις μαζί του.
Λες και κόπηκε η πλευρά σου ,το μισό σου σώμα ,η μισή σου ζωή …
και ξανάγινες βρέφος παρατημένο έξω από μια πόρτα .
Σαν να γυρεύεις δεύτερη ευκαιρία ,σαν να γυρεύεις άλλη τύχη κι άλλη διαδρομή.
Ακούς κλάμμα κι είναι το δικό σου
Είσαι το βρέφος έξω απ’την πόρτα
Είσαι η μισή ζωή που κατέβηκε τις σκάλες κι έφυγε
Μισή ζωή να κατεβαίνει τα σκαλιά και μια παράλογη νύχτα να σε συνοδεύει.
Παράλογη φυγή …παράλογο φεγγάρι.
Φεγγάρι μπλε … ψηλά … να το βλέπουν έτσι μόνο όσοι αντίστροφα μετρούν τη ζωή τους
Ξαπλωμένος στο πάτωμα
στο κέντρο βάρους του σπιτιού
στο πολύ βάρος ,στο ασήκωτο ,στο ακατανόητο.
Προσπαθώ να νιώσω την αλλαγή της θερμοκρασίας αλλά στα δάχτυλα μου υπάρχει ακόμα ο ιδρώτας σου
Ακόμα καίω ,ακόμα οσφραίνομαι την αλμύρα
Kαι δεν είναι ότι δεν αγαπώ τον χειμώνα … είναι που μικραίνουν οι μέρες
Και δεν είναι που μικραίνουν οι μέρες … είναι που μεγαλώνουν οι νύχτες
Επιστρέψαμε
Η μπανιέρα γέμισε άμμο ….αν και ξεπλύναμε το σώμα μας και δυό και πέντε και δέκα φορές.
Θαρρείς και όλη αυτή η άμμος βρίσκεται κρυμμένη στα μάτια μας.
Πως να γλυτώσεις απ’αυτήν ?
Εφυγε το καλοκαιράκι αν και η άσφαλτος συνεχίζει να καίει και δεν τολμάς ξυπόλητος να περπατήσεις.
Εφυγε το καλοκαιράκι αν και τα καρπούζια κόκκινα και γλυκά περιμένουν εμάς να στάξουμε πάνω τους φιλιά …
Εφυγε το καλοκαιράκι αν και τα τζιτζίκια ακόμα τραγουδούν τα μεσημέρια ,λίγο πιο κουρασμένα ,πιο ανήσυχα ,σαν να γνωρίζουν πως ο χρόνος τους είναι μετρημένος όπως οι μέρες των ερωτευμένων.
Με αφορμή αυτό
http://www.pangalos.gr/portal/?page_id=3067
Πάνω που με είχε πιάσει η έμπνευση και έγραφα την δική μου ιστορία Activia ήρθες εσύ κυρ Θόδωρε να μου ανατρέψεις αυτό το απόγευμα.
Ετσι λοιπόν άφησα κατά “μέρος” την ιστορία Activia ,αν και ήταν ιδιαίτερα συγκινητική ,και είπα να γράψω κάτι για το δικό σου βιβλίο.
Εντάξει δεν είπα να με βάλεις και σαλόνι ,βάλε με στην είσοδο ,όπως μπαίνεις αριστερά.Δεν λέω δεξιά γιατί φαντάζομαι η δεξιά είναι ήδη κατειλημμένη από όσους έχουν πολλές τέτοιες ιστορίες τύπου “μαζί τα φάγαμε” να διηγηθούν.
Εγώ κυρ Θόδωρέ μου που λες δάκρυσα σήμερα.Με το που είδα την πρόκληση αυτή (διότι το λες πρόκληση και συγγραφική και σκέτο γραφική μη σου πω) λέω “Α δε γίνεται ,πρέπει να γράψεις κι εσύ Gaou μου την δική σου ιστορία .Να μάθει ο κυρ Θόδωρας ότι φταις κι εσύ.”Διότι φταίω κυρ Θόδωρέ μου.Ότι φταίω φταίω.
Φταίω γιατί όταν έπρεπε δεν άρπαξα την ευκαιρία.Και τώρα ενώ τα έχετε φάει όλοι μαζί εγώ το καημένο έμεινα νηστικό.
“Μα γιατί δεν θες να μπεις σε μια τράπεζα ? στο ταχυδρομείο ? κάπου ? “
“Εγώ στο Δημόσιο ???? Εγώ έχω ΟΝΕΙΡΑ ! σιγά μη μπω στο δημόσιο”
Να σου πω την αλήθεια κυρ Θόδωρέ μου με έχω μουτζώσει άπειρες φορές για την ευκαιρία που έχασα να φάω μαζί σας κάνα κοψίδι.
Από την άλλη να σου πω και την μαύρη αλήθεια νιώθω πολύ όμορφα με τον εαυτό μου που δεν με αφορά το βιβλίο σου.
Νομίζω λοιπόν πως κινείσαι λανθασμένα ζητώντας μέσω ίντερνετ την συμμετοχή των σερφαρι-σωζόμένων στην συγγραφή του βιβλίου σου.
Μια καλή ιδέα θα ήταν να στείλεις κάποια τύπου εγκύκλιο στις απανταχού δημόσιες υπηρεσίες να γίνει μια διανομή στους απανταχού δημοσιους υπαλλήλους.Επίσης θα’ταν καλό και εκεί στη βουλή να αφήνες κάποια προσπέκτους ,ποτέ δε ξέρεις όλο και κάποιος μπορεί να’χει από μια ιστορία να γράψει.
Αυτοί θα έχουν να πουν φαντάζομαι πιο πολλά από μένα.
Διότι κύρ Θόδωρέ μου στο ίντερνετ αυτό το “ΜΑΖΙ τα φάγαμε” χτυπάει λίγο άσχημα όπως και να το δεις.
Αυτό το “ΜΑΖΙ” μήπως να το αλλάζαμε να το κάναμε “Κάποιοι”?
Τι ? …όχι ε ? δεν προλαβαίνουμε ? ….
Διαβάζω “Το βιβλίο ορίζει την έννοια της συνευθύνης και της συνενοχής των πολιτών στο πάρτυ που έγινε”
Καταρχάς εδώ θα σας μαλώσω.Εγώ πρόσκληση δεν πήρα ποτέ.Προφορική είπαμε είχα κάποιες προτάσεις …αλλά μη ξεχνάμε πως κάθε νοικοκυριό που σέβεται τον εαυτό του γνωρίζει τον γιό ή την κόρη του τάδε που την “βόλεψε” ο τάδε κάπου.
Αλλά από την άλλη κυρ Θόδωρέ μου εδώ που τα λέμε ,εντάξει δεν το λες και ΠΑΡΤΥ.Δηλαδή να πούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλέψει κάποιος ταμείο για να πάρει ένα μισθούλι ΠΑΡΤΥ δεν το λες.Πέστο απογευματινό τσαϊ ,πέστο “γκαλά” αλλά όχι και ΠΑΡΤΥ.
Ασε που με τις περικοπές που έχουν γίνει περικόψατε τα πατατάκια απ’το”ΠΑΡΤΥ” αδιακρίτως αδιαφορώντας για το ποιοί είχαν φάει ΚΑΙ τοστάκια.
Δεν λέω ότι δεν έχω ευθύνη για την οικονομική κατάντια της χώρας μας.
Και βέβαια έχω ,αλλά τώρα τι θες να σου γράψω ; ότι πήρα προχθές έναν άνηθο από τη λαϊκή και η ταλαίπωρη γυναικούλα δεν μου έκοψε απόδειξη και ντραπηκα να της ζητήσω ;
Ντράπηκα κυρ Θόδωρέ μου δεν θα σε ντραπώ εσένα αλλά την γυναικούλα με τις ρυτίδες κούρασης (άλλο οι ρυτίδες έκφρασης μην μπερδευτούμε) την ντράπηκα.
Χωρίς απόδειξη τον πήρα τον άνηθο κυρ Θόδωρέ μου και να με συγχωρείς κι όλας αλλά δεν θα λέω δεξιά κι αριστερά τώρα πως “ΜΑΖΙ φάγαμε την σαλάτα”.
Θα μου πεις άλλο η σαλάτα που έκανα εγώ κι άλλο πράγμα η “σαλάτα” που (τα)’χουν κάνει οι πολιτικοί μας στο διάβα της πολιτικής ζωής αυτού του τόπου.
Εγώ όμως απ’τη δική σας σαλάτα δεν θυμάμαι να’χω φάει.
Πάντως επειδή είμαι καλοπροαίρετος άνθρωπος ,άντε βρε ….,θα προσπαθήσω να σκαρώσω εκεί μια ιστοριούλα ,απλά μωρέ …θα’θελα να ρωτήσω κάτι.
Μη με παρεξηγήσεις …
Τα έσοδα του βιβλίου υπάρχει περίπτωση να τα φάμε μαζί ? ή πάλι με τη σαλάτα μου θα τη βγάλω ?
Με συγκίνησε πολύ το ποίημα του νομπελίστα Γκίντερ Γκρας για την Ελλάδα και θα’θελα να το μοιραστώ μαζί σας στη περίπτωση που δεν το διαβάσατε.
«Η Ντροπή της Ευρώπης»
“Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές·
κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.
Όσα εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες,τώρα θα καταλυθούν,
και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός,υποφέρει μια Χώρα·
κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.
Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή,που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.
Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά,στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα,όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.
Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμων εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.
Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.
Όμως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.
Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.
Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυμπό τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, δημιούργησε”.
(Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου -Καθημερινή )